Σελίδες

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019




Το ημερολόγιο έγραφε 26 Οκτωβρίου του 1912 και το ρολόι έδειχνε την ενδεκάτη βραδινή, όταν οι πληρεξούσιοι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης μετέβησαν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης και υπέγραψαν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης στον Ελληνικό Στρατό..
Η Θεσσαλονίκη ήταν ξανά Ελεύθερη και Ελληνική.. Άλλη μια σκλαβωμένη πατρίδα είχε επιστρέψει στην αγκαλιά την Μητέρας Ελλάδας.. Κύπρος, Βόρειος Ήπειρος, Μικρά Ασία, Πόντος, Ανατολική Ρωμυλία και η πρωτεύουσα μας η Κωνσταντινούπολη.. Αλύτρωτες Πατρίδες που περιμένουν καρτερικά την σειρά τους για την απελευθέρωση...

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019



Στις 24 Οκτωβρίου του 1912 η Μοίρα μας αγκυροβόλησε στον όρμο της Τενέδου.. Καλέσαμε στον «ΑΒΕΡΩΦ» τον Διοικητή του νησιού, να έρθει να παραδοθεί. Αυτός ήρθε μαζί με τον Αρχιερατικό Επίτροπο, ένα σεβάσμιο γέροντα Ιερέα, που σαν ανέβηκε στο πλοίο, γονάτισε και, φιλώντας το κατάστρωμα ευχήθηκε «Καλώς ορίσατε». Στην Τένεδο ήταν και τρία Θωρηκτά. Ένα Γερμανικό, ένα Γαλλικό κι ένα Ρωσικό. Χαιρετίσαμε τις σημαίες τους με κανονιοβολισμούς. Ως τότε χαιρετούσαμε με μουσικές. Αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. ΈΠΡΕΠΕ ΌΛΟΙ ΝΑ ΠΆΡΟΥΝ ΤΟ ΜΉΝΥΜΑ ΌΤΙ ΤΏΡΑ ΛΕΥΤΕΡΩΝΑΜΕ!

Στον όρμο της Τενέδου, εκεί που το 1821 ο Κανάρης πυρπόλησε την Τουρκική αρμάδα, τώρα είχε έρθει ένας σύγχρονος μπουρλοτιέρης, ο Ναύαρχός μας. Ήταν τόσο χαρούμενος που, κατέβηκε από το πλοίο στο νησί, πήγε στο τηλεγραφείο, και από εκεί έστειλε τηλεγράφημα προς τον Ναύσταθμο Κωνσταντινούπολης, με τα παρακάτω λόγια:

«Κατελάβομεν Τένεδον. Αναμένομεν αντίπαλον στόλον. Εάν στόλος σας στερείται γαιάνθρακας, είμαι προθυμώτατος παραχωρήσω.

ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ»

Δεν φοβόταν τους Τούρκους ο Ναύαρχός μας. Κανείς μας δεν τους φοβότανε …

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019



Το πρωί της 23ης Οκτωβρίου 1956, δύο φάλαγγες φοιτητών ξεκίνησαν από την Βούδα και την Πέστη με σημείο συνάντησης το κοινοβούλιο της Ουγγαρίας.. Μέχρι το απόγευμα είχαν στο πλευρό τους περισσότερους απο 500.000 συμπατριωτών τους.. Η εξέγερση κατά της κόκκινης χούντας, της υποτελούς στην σοβιετική ένωση κομμουνιστικής κυβέρνησης της Ουγγαρίας είχε ξεκινήσει.. Οι καταπιεσμένοι Ούγγροι ξεκίνησαν αποκαθηλώνοντας το τεράστιο άγαλμα του δικτάτορα στάλιν.. Ήταν τότε που η κυβέρνηση τους Ουγγαρίας κάλεσε τη σοβιετική ένωση να επέμβει κατά του ίδιου της του λαού.. 128 μεραρχίες με περισσότερα απο 1000 άρματα μάχης εισέβαλαν στην Ουγγαρία, αλλά οι Πατριώτες δεν το έβαλαν στα πόδια, δεν κρύφτηκαν, δεν έκαναν πίσω αλλά αντιστάθηκαν με ΟΛΕΣ τους τις δυνάμεις.. Αντιστάθηκαν για τις Οικογένειες τους, τα Σπίτια τους, την Πατρίδα τους, το Έθνος τους.. Ύστερα από 5 μέρες αντίστασης και έχοντας πάρει με το μέρος τους 7 μεραρχίες του Ουγγρικού Στρατού έτρεψαν τους σοβιετικούς σε φυγή.. Μην δεχόμενοι βέβαια την ήττα οι σοβιετικοί και υπό την απειλή εξέγερσης και σε άλλα κράτη που στέναζαν υπό τον κομμουνιστικό ζυγό, επέστρεψαν με 2000 άρματα και 200.000 στρατιώτες με σκοπό να πνίξουν την Ουγγρική Επανάσταση στο αίμα..


Εμπρός αγόρια της Βουδας
Εμπρός αγόρια της Πεστης
Φοιτητές Εργάτες Αγρότες
Ο Ήλιος δεν βγαίνει πια ανατολικά..


Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Όταν ο Μπάρακ Ομπάμα άρχισε να βομβαρδίζει την Λιβύη, ο Μουαμάρ Καντάφι είχε προειδοποιήσει πως αν πέσει αυτός, η Ευρώπη θα γίνει μαύρη από τις ορδές των λαθρομεταναστών.. Όπερ και εγένετο.. Στις 20 Οκτωβρίου του 2011 ο Μουαμάρ Καντάφι έπεσε νεκρός από τα χέρια "αντικαθεστωτικών"

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Στιγμές Ελληνοτουρκικής "Φιλίας" ο Πόντος ΖΕΙ

Γιώργος Σταμπουλίδης: Εκείνο που μας βασάνιζε, ήταν η δίψα. Κατουρούσαμε στα δοχεία και πίναμε. Έβλεπες άνδρες και γυναίκες να τρελαίνονται από τη δίψα.

Άκουγαν οι Τούρκοι τις κραυγές τους και γελούσαν. «Γκιαούρηδες, παραδοθείτε και θα σας δώσουμε όσο νερό θέλετε» φώναζαν. [...]

Ο παπα-Γιώργης φώναξε: «Λυπηθείτε μας, έχετε κι εσείς το Θεό σας! Μη μας αφήσετε να πεθάνουμε από τη δίψα». Οι Τούρκοι συμφώνησαν: «Στείλτε μας δυο άνδρες, να σας δώσουμε».

Πάγωσαν οι αντάρτες. Ποιος θα πήγαινε; Νεκρική σιγή επικράτησε στη σπηλιά. Οι σκληροτράχηλοι αντάρτες σιωπηλοί περίμεναν με κομμένη την ανάσα τους εθελοντές. Γνώριζαν πως οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν. Κανείς δεν έδειξε προθυμία.

Ο παπα-Γιώργης σηκώθηκε όρθιος κα με φωνή τρεμάμενη αλλά αποφασιστική είπε: «Εφραίμ, σήκω!». Ήταν ένας από τα λίγα παιδιά του που ζούσαν.

Σηκώθηκε κι άρχισε να ετοιμάζεται. Σηκώθηκε κι ένα άλλο παλικάρι από το Κιζολτουρέν. Προχώρησαν τα δυο παλικάρια στη θέση των Τούρκων με τους άδειους τενεκέδες στα χέρια. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαμε από ψηλά τις κινήσεις τους.

Όταν έφθασαν, οι Τούρκοι πήραν τα δοχεία από τα χέρια τους και τους διέταξαν να μάσουν ξύλα. Άρχισαν τα δυο παλικάρια μας να μαζεύουν ξερά ξύλα. Το αίμα μας πάγωσε. Δεν χρειαζόταν πολλή σκέψη να καταλάβουμε το τι θα επακολουθούσε.

Αφού έγινε σωρός ξύλων, άναψαν φωτιά και τα ξύλα άρχισαν να καίγονται με τεράστιες φλόγες και πυκνό καπνό. Ο παπα-Γιώργης αποσβολωμένος παρακολουθούσε τη θλιβερή σκηνή.

Οι Τούρκοι στέριωσαν κάθετα δύο μεγάλους πασσάλους δίπλα από τη φωτιά, έβγαλαν τα ρούχα των παλικαριών και τους έδεσαν όρθιους στους πασσάλους. Η φωτιά άρχισε να τους σιγοκαίει.

Άρχισαν να φωνάζουν, να βγάζουν κραυγές πόνου. «Πατέρα, παραδοθείτε», παρακαλούσε σπαρακτικά ο Εφραίμ.

Ο παπα-Γιώργης λύγισε. Άρχισε να κλαίει, και οι γυναίκες λιποθυμούσαν μη αντέχοντας να βλέπουν και να ακούνε τους οδυρμούς των παλικαριών. Οι πιο ψύχραιμοι οδήγησαν στο βάθος της σπηλιάς τις γυναίκες για να μην ακούνε.

Σιγά-σιγά οι κραυγές των άμοιρων παλικαριών έσβησαν και τα άψυχα σώματά τους τα πέταξαν τα ανθρωπόμορφα τέρατα πάνω στη θράκα της φωτιάς, γεμίζοντας τις ψυχές μας με θλίψη και απελπισία.

Είχαμε χάσει κάθε ελπίδα, όταν μάλιστα είδαμε τους Τούρκους να κυριεύουν μια σπηλιά πιο πέρα από μας, αισθανθήκαμε το τέλος μας. Είδαμε τους Τούρκους να πετάνε τα γυναικόπαιδα ένα-ένα από ψηλά πάνω στους κοφτερούς βράχους. Είπαμε πως ήρθε και η σειρά μας.

Ξαφνικά ακούσαμε πυροβολισμούς από διάφορα σημεία. Με μιας αναπτερώθηκε το ηθικό μας. Αρχίσαμε να ελπίζουμε.

Είχε φθάσει από το Τοπτσάμ το λιοντάρι μας ο Κοτζά Αναστάς. Οι Τούρκοι το ‘βαλαν στα πόδια.

Κατεβήκαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί στο ποτάμι. Γονατίσαμε και πίναμε ασυλλόγιστα. Γέμισαν τα στομάχια μας νερό και οι περισσότεροι έπαθαν τυμπανισμό. Δεν έλειψαν οι λιποθυμίες. [...]

Επισκεφτήκαμε τις άλλες σπηλιές. Το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά κείτονταν νεκροί, άλλοι έξω από τις σπηλιές, άλλοι μέσα κι άλλοι πάνω στα βράχια. Πολλά πτώματα αποκεφαλισμένα, κατακρεουργημένα το ένα πάνω στο άλλο, μας γέμισαν θλίψη και μεγάλωσαν περισσότερο τον πόνο και την απογοήτευσή μας.

Ώρες πολλές ακούγαμε το μοιρολόγι των γυναικών, που χτυπώντας τα στήθη τους καταριόταν τους βαρβάρους Τούρκους.

Την άλλη μέρα θάψαμε τους νεκρούς και μάσαμε τα όπλα των Τούρκων που άφησαν φεύγοντας. Μέσα στο χωριό, ανάμεσα στις χαράδρες κι έξω από τις σπηλιές κείτονταν εκατοντάδες σκοτωμένοι Τούρκοι. Είχαν πληρώσει ακριβά το κακό που μας έκαναν.
Πηγή: Αναστάσιος Λ. Σταμπουλίδης, Βατόλακκος: Οι ρίζες μας
, εκδ. Ινφογνώμων.